ORTESSIA

ORTESSIA

Who's Online

Έχουμε 31 επισκέπτες online

Στατιστικά

Εμφανίσεις Περιεχομένου : 838838

Facebook button

Χριστουγεννιάτικη ιστορία PDF Εκτύπωση E-mail
Τέχνη - Λογοτεχνία
Συντάχθηκε απο τον/την Μαίρη Μπρούσου   
Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2008 17:02

Υπήρχε μια εποχή που οι άνθρωποι ήταν πολύ κοντά μεταξύ τους. Ήταν τότε που η Μεγάλη Αγάπη είχε το πάνω χέρι σε τούτο τον κόσμο. Ήταν η εποχή που ο κάθε ένας και η κάθε μία ήταν κύριοι του εαυτού τους και κατά συνέπεια κύριοι του κόσμου τους. Οι άνθρωποι δεν θυμούνται τι μεσολάβησε αλλά αυτή η δυνατότητα είχε χαθεί από καιρό.

Πρέπει να ήταν πριν 20 χρόνια τότε που η Φαίδρα είδε το φως του ήλιου για πρώτη φορά. Το είχε νιώσει στα μικρά της δάχτυλα καθώς τα ζέσταινε, και την είχε ζαλίσει έτσι όπως της έκαιγε το σχεδόν γυμνό της κεφάλι. Τι υπέροχη αίσθηση! Ζεστούλα και ζαλάδα και ένα απίστευτο γέλιο! Θυμάται ότι ένιωθε σαν μεθυσμένη. Τότε ήταν που υποσχέθηκε στον εαυτό της να μην χάσει ποτέ από τα μάτια της το φως του Ήλιου.
Τώρα, είχε 2 χρόνια στη δουλειά. Ξυπνούσε το πρωί πριν το ξημέρωμα και γυρνούσε σπίτι της νύχτα. Αυτό για 6 μέρες την εβδομάδα. Και την 7η ημέρα... Τελικά το φως είχε γίνει γι αυτήν μακρινή ανάμνηση. Το ίδιο ίσχυε βέβαια για τους περισσότερους ανθρώπους. Γι αυτό ήταν όλοι τους τόσο χλωμοί. Την 7η μέρα λοιπόν, πήγαινε εκεί που την υποχρέωνε το κράτος. Στους ειδικά διαμορφωμένους χώρους Ενεργειακής Αποκατάστασης. Ήταν ένας παγκόσμιος νόμος που υποχρέωνε όλους τους ανθρώπους να πηγαίνουν σε αυτά τα μέρη για να μπορούν να συντηρηθούν στη ζωή και για να μην παύουν να είναι παραγωγικοί.

Πλησίαζαν Χριστούγεννα και είχε αρχίσει η προετοιμασία για τη Μεγάλη Γιορτή. Τα πάντα υπό την αιγίδα του κράτους φυσικά. Οι ιδιωτικές γιορτές απαγορεύονταν και οι παραβάτες τιμωρούνταν με την ποινή του θανάτου. Η δε συμμετοχή στην Μεγάλη Γιορτή ήταν υποχρεωτική. Τεράστιες παρελάσεις προετοιμάζονταν και οι μεγάλοι δρόμοι είχαν γεμίσει μουσικούς και στρατιωτικούς. Όλα βουτηγμένα στο χρώμα. Τόσο έντονα χρώματα που σχεδόν πονούσαν τα μάτια σου.
Η Φαίδρα και ο φίλος της, που τον έλεγαν Ντάνιελ, βάδιζαν αργά προς τη δουλειά προσπαθώντας να προλάβουν την ανατολή του ήλιου έστω και για λίγα δευτερόλεπτα. Εδώ και λίγες μέρες έβαζαν στοίχημα για το αν θα προλάβουν ή όχι.

- Φαίδρα, ξέρεις τι τριγυρνάει στο μυαλό μου τον τελευταίο καιρό;
- Τι;
- Νομίζω πως ήρθε ο καιρός να κάνουμε το μεγάλο βήμα.
- Είσαι σίγουρος;
- Νομίζω ναι. Άλλωστε πόσο σίγουρος μπορείς να είσαι για κάτι τέτοιο; Ρισκάρεις τα πάντα...
- Και εγώ το σκεφτόμουνα συχνά τώρα τελευταία. Νομίζω ήρθε ο καιρός να γίνει.
- Το βράδυ μετά τη δουλειά, λοιπόν.
- Κοίτα! Προλάβαμε 5 ολόκληρα δευτερόλεπτα!

Το ίδιο βράδυ κάθισαν αγκαλιασμένοι και προσπάθησαν να καθαρίσουν το μυαλό τους από τη σαβούρα της ημέρας. Τους ήταν δύσκολο να ξεκινήσουν να μιλούν για το συγκεκριμένο θέμα. Ο Ντάνιελ έκανε την αρχή.
- Λοιπόν γλυκιά μου... τέρμα τα ψέματα.
- Φοβάμαι.
- Κι εγώ. Αλλά πιο πολύ φοβάμαι αυτό που είμαι τώρα.
- Έχεις δίκιο. Δεν πρέπει να κάνω έτσι. Η επιλογή ήταν και δική μου.
- Συνειδητοποιείς ότι έτσι και τα καταφέρουμε δεν θα υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μας περιορίσει;
- Απόλυτη ανθρώπινη ελευθερία!
- Πρέπει να σκεφτούμε πως θα το κάνουμε. Πιστεύω πως αυτό το επαναλαμβανόμενο όνειρο με την Πύλη, έχει κάποια βάση...
- Μα εκεί είναι το κλειδί! Αλλά δεν ξέρω αν θα καταφέρουμε να βρούμε την Πύλη. Δεν υπάρχει καμία περιγραφή της και καθόλου οδηγίες για το πώς να την προσεγγίσεις.
- Θα δούμε τι θα κάνουμε. Προς το παρόν πρέπει να πάρουμε τα μέτρα μας και να ετοιμαστούμε για τη Μεγάλη αυριανή Γιορτή.
- Μπορούμε να το κάνουμε τότε, ξέρεις. Μέσα σε τόσο πανδαιμόνιο ίσως και να είναι η μοναδική μας ευκαιρία να περάσουμε απαρατήρητοι.
- Νομίζω, αγαπούλα, ότι έχεις απόλυτο δίκιο!

Η νύχτα πέρασε απαλά από πάνω τους και τους χάρισε έναν όμορφο ύπνο γεμάτο φωτεινά όνειρα. Η επόμενη μέρα τους βρήκε ξεκούραστους αλλά γεμάτους ένταση. Στο κάτω κάτω αυτό που ρίσκαραν ήταν η ίδια τους η ζωή.
Φόρεσαν άνετα μαύρα ρούχα και από πάνω έβαλαν τις εθιμοτυπικές ενδυμασίες τις οποίες ήταν υποχρεωμένοι να φορούν. Η επίσημη έναρξη της Γιορτής θα γινότανε από τον Κυβερνήτη στις 11 το πρωί ακριβώς. Φιλήθηκαν, και στις 10:45 βγήκαν από την πόρτα του σπιτιού τους για να πάνε στην εκδήλωση.

«... και με αυτή την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, για έναν κόσμο προηγμένο τεχνολογικά και εξελιγμένο βιολογικά, σας εύχομαι η φετινή γιορτή να αποτελέσει εμπειρία ζωής. Για όλους σας!». Αυτά είπε ο Κυβερνήτης και αμέσως το πλήθος ξέσπασε σε υστερικές εκδηλώσεις χαιρετισμού. Η κεντρική μπάντα ξεκίνησε να παίζει μια παρωδία γνωστών «χριστουγεννιάτικων» μελωδιών. Το πλήθος εκστασιασμένο άρχισε να χορεύει έναν αλλοπρόσαλλο χορό...
Η Φαίδρα και ο Ντάνιελ μπλέχτηκαν επίτηδες με το πλήθος με σκοπό να ξεμακρύνουν σιγά σιγά. Στόχος τους ήταν να φτάσουν στο όριο της πόλης μιας και εκεί πίστευαν ότι μπορεί να βρουν κάποια ένδειξη για την ύπαρξη μιας Πύλης διαφυγής. Έκαναν μεγάλη προσπάθεια για να μην εγκλωβιστούν στο ρυθμό της μουσικής γιατί ήξεραν καλά ότι αν άφηναν να τους συνεπάρει θα ήταν ανίκανοι να ασχοληθούν με το οτιδήποτε. Θα είχαν την αίσθηση μιας απίστευτης ευφορίας η οποία όμως θα ήταν κάτι φτιαχτό. Κάτι σαν ναρκωτικό χωρίς όμως τις σωματικές παρενέργειες.

Είχαν καταφέρει να ξεμακρύνουν αρκετά από το μεγαλύτερο όγκο του πλήθους και ετοιμάζονταν να ξεφύγουν μέσα από ένα παλιό σύμπλεγμα εγκαταλελειμμένων νεοκλασικών κτιρίων. Μπήκαν κρυφά σε ένα από αυτά και με γρήγορες κινήσεις έβγαλαν τα φανταχτερά τους ρούχα. Μέσα στο σκοτάδι μόνο τα μάτια τους ξεχώριζαν. Οι αισθήσεις τους ήταν κάτι παραπάνω από οξυμένες.

- Ντάνιελ... σε περίπτωση που κάτι μας συμβεί, θέλω να ξέρεις ότι... εγώ...
- Το ξέρω γλυκιά μου. Κι εγώ το ίδιο. Ας μην καθυστερούμε άλλο.

Για κακή τους τύχη όμως, δεν είχαν προσέξει τη μικρόσωμη σιλουέτα που εδώ και λίγη ώρα είχε γίνει η σκιά τους. Οι καρδιές τους σφίχτηκαν στο άκουσμα μίας και μοναδικής λέξης: «Προδότες!», ακούστηκε μια στριγκιά τσιρίδα και αμέσως κάποιοι από το πλήθος πλησίασαν προς το παλιό κτίσμα για να δουν έναν πιτσιρίκο όχι πάνω από 7-8 χρονών να τους υποδεικνύει που να ψάξουν. Η Φαίδρα και ο Ντάνιελ δεν κάθισαν να περιμένουν για να δουν τι θα συμβεί. Άρχισαν να τρέχουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Μπλέχτηκαν μέσα στο σύμπλεγμα των κτιρίων με σκοπό να βρουν μια έξοδο αλλά οι διώκτές τους πλήθαιναν ολοένα και περισσότερο με σκοπό να τους εγκλωβίσουν. Έβλεπες μικρά παιδιά και γέρους ανθρώπους να κυνηγούν το θήραμα τους με την ίδια λύσσα. Γι αυτούς ήταν θέμα τιμής να πιάσουν τους αποστάτες.
Το μοναδικό πλεονέκτημα που είχαν οι κυνηγημένοι ήταν ότι αυτοί είχαν φροντίσει να μην υπνωτιστούν από τη μουσική. Αυτό τους επέτρεπε να κινούνται σε πολύπλοκους σχηματισμούς, πράγμα το οποίο μπέρδευε τους άλλους. Οι «υπνωτισμένοι» κινούνταν κυρίως σε ευθείες γραμμές και με μία μικρή καθυστέρηση.
Σε κάποια στιγμή κάποιος κατάφερε να πλησιάσει τη Φαίδρα αρκετά και βγάζοντας ένα όπλο ετοιμάστηκε να της ρίξει. Ευτυχώς ο Ντάνιελ πρόλαβε και τον χτύπησε στο κεφάλι και τότε εκείνη του άρπαξε το όπλο και τον σκότωσε. Αηδιασμένη πέταξε το όπλο και συνέχισαν να τρέχουν σε καμπυλωτές διαδρομές. Βρέθηκαν σε ένα δωμάτιο και έκλεισαν την πόρτα πίσω τους σφραγίζοντας την με ένα παλιό έπιπλο. Έτρεχαν προς το μπαλκόνι ακριβώς τη στιγμή που μια κοπέλα κατάφερνε να τρυπώσει μέσα στο δωμάτιο. Ήταν κι αυτή οπλισμένη και τελικά τους εγκλώβισε. Κοίταξαν κάτω για να διαπιστώσουν απελπισμένοι ότι το έδαφος απείχε γύρω στα 30 μέτρα από τα πόδια τους. Στα χείλη της κοπέλας σχηματίστηκε ένα χαμόγελο αμφιβόλου αισθητικής και ποιότητας. Ήταν τότε, μπροστά στην ιδέα του θανάτου, που η Φαίδρα συνειδητοποίησε πως το σκηνικό γύρω της ήταν πανομοιότυπο με του ονείρου της την στιγμή ακριβώς που ξυπνούσε. Αντί όμως να νιώσει εγκλωβισμένη, γύρισε στην διώκτριά τους και εντελώς παράλογα αλλά απόλυτα ειλικρινά της σφύριξε κατάμουτρα: «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙΣ!! Είσαι μονάχα ένα κακόβουλο όνειρο...»
- Φαίδρα πρόσεξε, θα την εξαγριώσεις!
- Γιατί δεν μας πυροβολεί τότε αυτή τη στιγμή; Τι περιμένει; Το βλέπεις; Δεν έχει δική της βούληση! Περιμένει να της δώσει την εντολή κάποιος άλλος!
- Έχεις δίκιο... Τη βλέπεις πως πάγωσε και δεν κινείται πια;
- Είναι σαν ξεχαρβαλωμένο εκκρεμές μ' αυτή την παλινδρομική κίνηση που κάνει...
- Φαίδρα, νομίζω πως την «απενεργοποίησες»!
- Ωραία, τώρα τι κάνουμε;
- Νομίζω ξέρω τι πρέπει να γίνει. Θα κινηθούμε σαν αυτούς. Θα τους πλησιάζουμε και λέγοντας τους τις λέξεις κλειδιά θα τους ακινητοποιούμε. Θα πάρουμε κι αυτήν μαζί μας για καμουφλάζ.
- ΟΚ, το 'πιασα!

Βγήκαν έξω κρατώντας την κοπέλα ανάμεσα τους. Συμπεριφέρονταν επίτηδες σαν τους υπόλοιπους και μόλις πλησίαζαν αρκετά κάποιον, του ψιθύριζαν στ' αυτί: «Δεν υπάρχεις!». Αυτό τους άνοιγε το δρόμο και ήταν η μέθοδος που ακολούθησαν μέχρι που έφτασαν στα σύνορα της πόλης. Εκεί, πλησίασαν το φρουρό και, αφού τον απενεργοποίησαν, τον διέταξαν να τους δείξει το δρόμο για την Πύλη. Για κάποιο περίεργο λόγο ο φρουρός δεν συμμορφώθηκε αμέσως, αλλά χρειάστηκε να του επαναλάβουν τις λέξεις τρεις φορές για να υποχωρήσει...
Όμως τα κατάφεραν! Έφυγαν καλπάζοντας για έναν άλλο τόπο σε έναν άλλο χρόνο. Δεν γνώριζαν που θα τους βγάλει αυτή τους η επιλογή. Το μόνο που ήξεραν ήταν ότι είχαν την επιθυμία ενός άλλου κόσμου. Ενός κόσμου που είχαν δει πολλές φορές στα όνειρα τους και που αρέσκονταν να αποκαλούν «τόπο της Αληθινής Αγάπης». Δεν έμενε παρά να ανακαλύψουν, αν αυτό που κάποτε ονειρεύτηκαν ήταν αυτό που θα έβρισκαν στο τέλος του ταξιδιού τους.


ΤΕΛΟΣ;

 

Μαίρη Μπρούσου ©